Παρακαλούμε να ενεργοποιήσετε τα cookies στον περιηγητή σας προκειμένου να ενεργοποιηθεί η φόρμα.

Κατατέθηκε στη Βουλή το Σχέδιο Νόμου Περί Μεσιτών 27/03/2012
Κατατέθηκε στη Βουλή το Σχέδιο Νόμου Περί Μεσιτών 27/03/2012
Κατατέθηκε στη Βουλή το Σχέδιο Νόμου Περί Μεσιτών 27/03/2012
Κατατέθηκε στη Βουλή το Σχέδιο Νόμου Περί Μεσιτών 27/03/2012
Κατατέθηκε στη Βουλή το Σχέδιο Νόμου Περί Μεσιτών 27/03/2012
Κατατέθηκε στη Βουλή το Σχέδιο Νόμου Περί Μεσιτών 27/03/2012
Χάρτης
Ο καιρός

 

Κατατέθηκε στη Βουλή το Σχέδιο Νομού Περί Μεσιτών .

 

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
ΜΕΡΟΣ  ΤΕΤΑΡΤΟ

«ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ»

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

 

Στο τέταρτο μέρος προτείνουμε τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για τους μεσίτες ακινήτων, θέμα το οποίο έχει συζητηθεί ήδη στο Υπουργικό Συμβούλιο, δίνοντας το μεγαλύτερο βάρος στη σύμβαση μεσιτείας, ώστε να μειωθεί το ποσοστό των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της και να εξαλειφθούν κακόβουλες πρακτικές που έχουν οδηγήσει στην παγίωση της δυσπιστίας των καταναλωτών απέναντι στους μεσίτες- εντολοδόχους τους. (ΑΡΘΡΑ 197-204)

Το σχέδιο νόμου ενσωματώνει τις βασικές διατάξεις της Οδηγίας 2006/123/ ΕΚ σχετικά με την απελευθέρωση των υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά, προβλέποντας τη δυνατότητα διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών μεσιτείας για τους υπηκόους των λοιπών κρατών μελών, οι οποίοι εξαιρούνται της υποχρέωσης εγγραφής στο Επιμελητήριο. 

Εξάλλου, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης που πραγματοποιήθηκε, ενσωματώθηκαν αρκετές από τις προτάσεις, με αποτέλεσμα το παρόν σχέδιο να περιλαμβάνει τη θεσμοθέτηση ενός πιο συγκεκριμένου πλαισίου ορισμού της έννοιας του μεσίτη αστικών συμβάσεων σχετικών με ακίνητα.

Ταυτόχρονα, εισάγει και νέους θεσμούς όπως αυτό του δόκιμου μεσίτη, ο οποίος υποβοηθά τον πρώτο στην άσκηση των πράξεων μεσιτείας, θέτει τις προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος από φυσικά και νομικά πρόσωπα, τον τύπο και το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης μεσιτείας αλλά και τις διαφορετικές μορφές που μπορεί αυτή να λάβει, προβλέπει τη σύσταση πειθαρχικού συμβουλίου και τη στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης των ενεργούντων πράξεις μεσιτείας χωρίς την πλήρωση των απαραίτητων προσόντων που θέτει ο νόμος.

1)    Άρθρο 197 - Έννοια όρων

2)    Άρθρο 198 - Προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος

3)    Άρθρο 199 - Μητρώο Δόκιμων Μεσιτών Ακινήτων     

4)    Άρθρο 200 - Σύμβαση μεσιτείας

5)    Άρθρο 201 - Υποχρεώσεις των μεσιτών ακινήτων

6)    Άρθρο 202 - Ποινικές κυρώσεις

7)    Άρθρο 203 - Πειθαρχικό Συμβούλιο - Πειθαρχικές ποινές

8)    Άρθρο 204 - Τελικές και μεταβατικές διατάξεις

 

 

Άρθρο 197

Έννοια όρων



1.    Για την εφαρμογή των διατάξεων  του τρίτου μέρους του παρόντος νόμου, οι πιο κάτω αναφερόμενοι όροι έχουν την ακόλουθη έννοια:

     α)  Μεσίτης Ακινήτων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες μεσιτείας επί ακινήτων.

     β)  Υπηρεσία Μεσιτείας  είναι η υπόδειξη   ευκαιριών  ή η μεσολάβηση για τη σύναψη συμβάσεων σχετικών με ακίνητα και ιδίως συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης, χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύστασης δουλείας ή αντιπαροχής ακινήτων.

     γ)   Δόκιμος Μεσίτης Ακινήτων είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο στο πλαίσιο της μαθητείας του, υποβοηθά το μεσίτη ακινήτων στην εκτέλεση από αυτόν των μεσιτικών εργασιών, εκτός από τη συνομολόγηση συμβάσεων μεσιτείας για λογαριασμό του μεσίτη.

2.    Για την παροχή υπηρεσιών μεσιτείας ακινήτων από  νομικό πρόσωπο απαιτείται σωρευτικά:

     α) Η παροχή υπηρεσιών  μεσιτείας να προβλέπεται στον καταστατικό σκοπό του νομικού προσώπου και

     β) οι προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του μεσίτη ακινήτων, όπως καθορίζονται στo άρθρο 198 του παρόντος νόμου, να συντρέχουν σε ένα τουλάχιστον από τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούν νομίμως το νομικό πρόσωπο. Οι παραπάνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν και στον υπεύθυνο του κλάδου μεσιτείας κάθε υποκαταστήματος του νομικού προσώπου.

 

Άρθρο 198

Προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος



1.    Για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη ακινήτων απαιτείται να συντρέχουν στο ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο, στα πρόσωπα που ορίζονται στην περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 197 του παρόντος νόμου,  οι ακόλουθες προϋποθέσεις : 

     α) Να είναι Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή
         κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ). Ο  πολίτης τρίτης χώρας απαιτείται να 
         διαθέτει άδεια διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα ή άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική 
         δραστηριότητα, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο.

    β) Να μην έχει  καταδικαστεί, ούτε να είναι υπόδικος για κακούργημα ή για πλημμέλημα για τα αδικήματα

        κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, πλαστογραφίας ή κατάχρησης ενσήμων, 

        απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας, ή για κάποιο από τα 

       εγκλήματα περί το νόμισμα.

     γ) Να μην έχει υποβληθεί σε ολική ή μερική, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση            

           (ΑΚ1666-1688).

      δ) Να διαθέτει τουλάχιστον απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμο τίτλο της αλλοδαπής.                         

      ε) Να έχει ολοκληρώσει προϋπηρεσία δόκιμου μεσίτη για ένα (1) έτος στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή.

     στ) Να έχει επιτύχει  στις σχετικές  εξετάσεις. Με Απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας   

         και Ναυτιλίας καθορίζονται οι αρμόδιοι για τις εξετάσεις αυτές φορείς και ο τρόπος πιστοποίησής τους, το  

        περιεχόμενο των εξετάσεων, η διαδικασία και ο χρόνος διεξαγωγής τους, οι προϋποθέσεις συμμετοχής των 

        υποψηφίων, το εκδιδόμενο πιστοποιητικό επιτυχίας  και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

2.    Η συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου αποδεικνύεται με τα κάτωθι έγγραφα:

     α) Ταυτότητα ή διαβατήριο, εφόσον πρόκειται για Έλληνα πολίτη ή πολίτη κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτους μέλους του  Ε.Ο.Χ,  ή, εφόσον πρόκειται για  πολίτη τρίτης χώρας, άδεια διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα ή άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα.

     β) Αντίγραφο ποινικού μητρώου ότι δεν έχει καταδικασθεί για τα αδικήματα της περ. β΄ της παρ. 1 του

         παρόντος άρθρου και πιστοποιητικό ότι δεν είναι υπόδικος για τα αδικήματα αυτά.

     γ) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση.

   δ)  Επίσημο αντίγραφο του τίτλου σπουδών.

       ε)  Βεβαίωση εγγραφής του δόκιμου μεσίτη στο σχετικό μητρώο του άρθρου 199 του παρόντος νόμου και 

          υπεύθυνη δήλωση του μεσίτη τον οποίο υποβοηθά, από τις οποίες να προκύπτει ο χρόνος προϋπηρεσίας 

          του ως δόκιμου μεσίτη. 

    στ) i] πτυχίο από ανώτατο ή ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ελλάδος ή ομοταγές ίδρυμα του εξωτερικού, 

     ii] πιστοποιητικό κατάρτισης από δημόσιο ή ιδιωτικό ΙΕΚ,

     iii] απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, βεβαίωση κατάρτισης από δημόσιο ή ιδιωτικό  

         ΚΕΚ σε θέματα ακίνητης περιουσίας και να έχει εργαστεί ως βοηθός μεσίτη για έξι (6) μήνες στην Ελλάδα           ή στο εξωτερικό, 
     iv) απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής και να έχει εργαστεί ως βοηθός μεσίτη για ένα  

         (1) έτος στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, 
     v] πιστοποιητικό επιτυχίας σε εξετάσεις από φορέα που θα ορίσει το Υπουργείο Οικονομίας,

         Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Με Υπουργική Απόφαση θα καθορισθούν οι προϋποθέσεις  

         συμμετοχής και οι λεπτομέρειες του παραπάνω φορέα και διεξαγωγής των σχετικών εξετάσεων.

 

  3.    Προκειμένου για μεσίτη ακινήτων αναγνωρισμένο από κράτος μέλος της ΕΕ ή κράτος μέλος του  Ε.Ο.Χ. και εγκατεστημένο σε αυτό, ο οποίος επιθυμεί να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, μέσω ίδρυσης υποκαταστήματος, γραφείου ή άλλης εγκατάστασης, απαιτείται βεβαίωση εγγραφής του σε μητρώο ή άλλη αρμόδια αρχή ή επαγγελματική οργάνωση, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας εγκατάστασής του. Ο μεσίτης αυτός φέρει τον τίτλο της χώρας της κύριας εγκατάστασής του.

4.    Τα ανωτέρω έγγραφα και πιστοποιητικά υποβάλλονται από τον ενδιαφερόμενο  στο αρμόδιο Επιμελητήριο, το οποίο μετά από έλεγχο πληρότητας αυτών, προβαίνει στην εγγραφή στο Μητρώο του Επιμελητηρίου και στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ), με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.7 του παρόντος άρθρου.

5.    Οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σε μόνιμη βάση και  ελέγχονται από το αρμόδιο Επιμελητήριο. Προς τούτο, οι μεσίτες ακινήτων υποχρεούνται: α) να ενημερώνουν, εντός μηνός από  την παύση συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εγγραφή τους, σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου, το αρμόδιο Επιμελητήριο  και β) να προσκομίζουν στο αρμόδιο Επιμελητήριο, ανά τριετία από την εγγραφή τους, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α’ 75) ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα στοιχεία (α), (β) και (γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Σε κάθε περίπτωση που εξέλειπε έστω και μία από τις οι προϋποθέσεις αυτές, ή δεν υποβλήθηκε η υπεύθυνη δήλωση της ανωτέρω περ. β’, εντός μηνός από την παρέλευση της τριετίας, ο μεσίτης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει ένας τουλάχιστον από τους προαναφερόμενους λόγους,  διαγράφεται από το Γ.Ε.ΜΗ και το Μητρώο του Επιμελητηρίου.

6.    Απαγορεύεται η άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη και η εγγραφή στο ΓΕΜΗ σε όσους μεσίτες ακινήτων έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής στέρησης του δικαιώματος ασκήσεως του επαγγέλματος ή της προσωρινής για όσο ισχύει αυτή ή η παρεπόμενη ποινή της απαγόρευσης ασκήσεως του επαγγέλματος του μεσίτη, για όσο χρόνο ισχύει αυτή.

7.    Μεσίτες αναγνωρισμένοι από κράτος μέλος της Ε.Ε ή κράτος του Ε.Ο.Χ. και εγκατεστημένοι σε αυτό, οι οποίοι εκτελούν στο πλαίσιο της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, περιστασιακά μεσιτικές πράξεις στην Ελλάδα, όπως ορίζονται στο άρθρο 197 του παρόντος νόμου, δεν έχουν υποχρέωση εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του κράτους προέλευσης για την άσκηση μεσιτικών πράξεων.

 

 

                            Άρθρο 199

                                   Μητρώο Δόκιμων Μεσιτών Ακινήτων



1.    Καθιερώνεται Μητρώο Δόκιμων Μεσιτών Ακινήτων στα κατά τόπους Επιμελητήρια, στο οποίο έχουν υποχρέωση να εγγράφονται οι Δόκιμοι Μεσίτες Ακινήτων. Ως χρόνος έναρξης της περιόδου δοκιμής θεωρείται η ημερομηνία εγγραφής στο Μητρώο.

2.    Για την εγγραφή στο ως άνω μητρώο απαιτείται να συντρέχουν στο ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο οι αναφερόμενες προϋποθέσεις στις περιπτώσεις α’, β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 198 του παρόντος νόμου.

3.    Προκειμένου να εγγραφεί ως Δόκιμος Μεσίτης Ακινήτων στο μητρώο του Επιμελητηρίου, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία του Επιμελητηρίου υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α’ 75), στην οποία αναφέρονται:

    α) ότι δεν έχει καταδικασθεί για κακούργημα ή για πλημμέλημα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, υπεξαίρεσης

        στην υπηρεσία, πλαστογραφίας η κατάχρησης ενσήμων, απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, 

        καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας, ή για κάποιο από τα εγκλήματα περί το νόμισμα,

    β) ότι δεν έχει υποβληθεί σε ολική ή μερική, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση,

      γ)  ότι κατέχει απολυτήριο  Λυκείου ή ισότιμο τίτλο της αλλοδαπής και 

      δ) τα στοιχεία του μεσίτη με τον οποίο πρόκειται να συνεργαστεί. Επίσης, υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του μεσίτη,

            στην οποία αναφέρεται η δέσμευση της συνεργασίας τους.

4.    Οι Δόκιμοι Μεσίτες Ακινήτων ασφαλίζονται προαιρετικά στον ΟΑΕΕ.

 


                         Άρθρο 200

                          Σύμβαση μεσιτείας



1.    Η σύμβαση μεσιτείας ακινήτων καταρτίζεται εγγράφως. Για την πλήρωση του απαιτούμενου έγγραφου τύπου αρκεί η ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, ενυπόγραφων τηλεομοιοτυπιών, καθώς και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.   

2.    Η σύμβαση πρέπει:

α) Να περιλαμβάνει τα στοιχεία των συμβαλλομένων μερών, τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, καθώς και τον αριθμό ΓΕΜΗ του μεσίτη.   Σε περίπτωση διασυνοριακής παροχής μεσιτικών υπηρεσιών, αναγράφεται το μητρώο, η αρμόδια αρχή ή οργάνωση, στην οποία είναι εγγεγραμμένος ο μεσίτης, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας εγκατάστασής του.    

β) Να καθορίζει την ταυτότητα του αντικειμένου της μεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας, το είδος της 

κύριας σύμβασης που πρόκειται να συναφθεί, καθώς και το ποσό ή ποσοστό της μεσιτικής αμοιβής, η  

οποία είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμη και δεν υπόκειται σε κατώτατα νόμιμα όρια. 

 Η χρήση γενικών όρων συναλλαγών στη σύμβαση μεσιτείας διέπεται από τις διατάξεις του  ν. 2251/1994 

(ΦΕΚ Α’ 191), όπως ισχύει.

3.            Αν δεν έχει οριστεί διαφορετικά, η διάρκεια της σύμβασης μεσιτείας είναι  δώδεκα (12) μηνών, με δικαίωμα παράτασης για έξι (6) ακόμη μήνες, κατόπιν μονομερούς έγγραφης δήλωσης του εντολέα. Μετά τη λήξη της μπορεί να συναφθεί νέα σύμβαση μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων. Αν η διάρκεια της σύμβασης είναι μεγαλύτερη από την ανωτέρω οριζόμενη, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων έχει το δικαίωμα να την καταγγέλλει αζημίως μετά την πάροδο των δώδεκα (12) μηνών. Τα αποτελέσματά της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών.

4.            Επιτρέπεται η σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας, στο πλαίσιο της οποίας ο εντολέας δεν έχει το δικαίωμα να αναθέσει εντολή με το ίδιο περιεχόμενο σε άλλο μεσίτη, ούτε και να δραστηριοποιηθεί ο ίδιος για την αναζήτηση ευκαιρίας για όσο χρόνο ισχύει η σύμβαση και ο μεσίτης έχει την υποχρέωση να δραστηριοποιηθεί για την εκτέλεση της εντολής. 

Εξαιρέσεις από τη μη δραστηριοποίηση του εντολέα είναι δυνατές μόνο αν αφορούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατονομάζονται ρητά στη σύμβαση. 

Η σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας δεν μπορεί να έχει διάρκεια πάνω από οκτώ (8) μήνες, με δικαίωμα παράτασης για τέσσερις (4) ακόμα μήνες, κατόπιν μονομερούς έγγραφης δήλωσης του εντολέα. 

Μετά τη λήξη της μπορεί να συναφθεί νέα σύμβαση ακόμη και μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων. 

Αν η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε εντός του χρόνου της αποκλειστικής μεσιτείας, τεκμαίρεται ότι καταρτίστηκε με την υπόδειξη ή μεσολάβηση του αποκλειστικού μεσίτη, εκτός εάν η κατάρτιση της κύριας σύμβασης έγινε με κάποιο από τα ρητά αναφερόμενα στη σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας πρόσωπα, για τα οποία συμφωνήθηκε ότι είναι δυνατή η προσωπική δραστηριοποίηση του εντολέα. 

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο μεσίτης έχει αξίωση αποκατάστασης όλων των δαπανών, στις οποίες έχει υποβληθεί για την προώθηση του ακινήτου, πλέον μιας εύλογης αποζημίωσης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 της συμφωνηθείσας αμοιβής, χωρίς πάντως το συνολικό ποσό να μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ήμισυ της συμφωνηθείσας αμοιβής. 

Αν η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε εντός τριμήνου από τη λήξη του χρόνου της αποκλειστικής μεσιτείας και στο μεταξύ ο εντολέας έχει δώσει εντολή σε άλλο μεσίτη, τότε αμοιβή στον (πρώτο) αποκλειστικό μεσίτη οφείλεται μόνο αν αποδειχθεί ότι η κατάρτιση της σύμβασης οφείλεται σε δικές του ενέργειες.

5.      Ο μεσίτης ακινήτων δικαιούται να αξιώσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή κατά την κατάρτιση της κύριας σύμβασης, εφόσον έχει ο ίδιος μεσολαβήσει στη σύναψή της ή έχει υποδείξει την ευκαιρία σύναψής της ανεξάρτητα από το είδος της κύριας σύμβασης που καταρτίστηκε τελικά για το ακίνητο. 
Αν περισσότεροι μεσίτες σε συνεργασία μεταξύ τους υπέδειξαν ή μεσολάβησαν, τότε αμοιβή οφείλεται μόνο μία φορά, καταβαλλόμενη από τον εντολέα σε έναν από αυτούς, κατά του οποίου και μόνο έχουν δικαίωμα να στραφούν οι υπόλοιποι και, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας μεταξύ τους, κατανέμεται μεταξύ των μεσιτών κατά το ποσοστό συμβολής του καθενός στην κατάρτιση της σύμβασης. 
Αν περισσότεροι μεσίτες προς τους οποίους ο εντολέας παρέσχε διαδοχικά διαφορετικές εντολές υπέδειξαν διαδοχικά την ίδια ευκαιρία, αμοιβή δικαιούται να αξιώσει μόνο αυτός ο οποίος υπέδειξε πρώτος την ευκαιρία. 
Αν δεν μπορεί να αποδειχτεί το ποσοστό συμβολής κάθε μεσίτη στην κατάρτιση της σύμβασης, τότε αμοιβή κατανέμεται μεταξύ των μεσιτών κατά ίσα μέρη. 
Επί μεσιτείας για ανοικοδόμηση ακινήτου με αντιπαροχή, ο μεσίτης δικαιούται να αξιώσει πλήρη αμοιβή με την κατάρτιση του εργολαβικού προσυμφώνου, εκτός κι αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά.

6.            Εάν συναφθεί για το ίδιο ακίνητο διαφορετική σύμβαση από την προβλεπόμενη στη σύμβαση μεσιτείας, 

η σύμβαση που τελικά συνήφθη, τεκμαίρεται ως αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης του μεσίτη.

7.       Στη σύμβαση μεσιτείας πρέπει να αναγράφεται ρητά εάν ο μεσίτης μπορεί να ενεργήσει και για τον αντισυμβαλλόμενο του εντολέα του. 
Εάν, παρά την έλλειψη της πιο πάνω συμφωνίας, ο μεσίτης συμβληθεί και με το άλλο μέρος, ο εντολέας δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής ή να αξιώσει την επιστροφή της ήδη καταβληθείσας.

8.        Σε κάθε αμφοτεροβαρή σύμβαση επί ακινήτου, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενσωματώνεται ως περιεχόμενο, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, των συμβαλλομένων περί μεσολάβησης ή μη μεσίτη ακινήτων στην κατάρτισή της και σε θετική περίπτωση τα στοιχεία του μεσίτη, τον αριθμό ΓΕΜΗ αυτού και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, καθώς και το ποσό ή το ποσοστό της μεσιτικής αμοιβής.

9.    Οι συμβαλλόμενοι σε σύμβαση σχετική με ακίνητα δεν υποχρεούνται σε καταβολή αμοιβής σε πρόσωπα, τα οποία προσέφεραν υπηρεσίες μεσιτείας, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 198 του παρόντος νόμου και των παρ. 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

10.    Ο εντολέας υποχρεούται να ανακοινώσει στο μεσίτη την κατάρτιση της κύριας σύμβασης τουλάχιστον μία μέρα πριν από την κατάρτισή της, άλλως ευθύνεται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του μεσίτη που οφείλεται στη μη έγκαιρη ανακοίνωση.

11.     Κατά τα λοιπά οι σχέσεις των συμβαλλόμενων μερών με τον μεσίτη ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.  

Άρθρο 201 

Υποχρεώσεις των μεσιτών ακινήτων

 

Οι μεσίτες ακινήτων οφείλουν:                  

     α) Να ενημερώνουν, πριν από τη σύναψη της κύριας σύμβασης, τους εντολείς τους και τους υποψήφιους

         αντισυμβαλλομένους, για τις ιδιότητες του ακινήτου της εντολής, καθώς και για τυχόν πραγματικά ή νομικά 

         ελαττώματα αυτού, που έχουν περιέλθει αποδεδειγμένα σε γνώση τους.

    β) Να ενημερώνουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης μεσιτείας τους εντολείς τους για κάθε περίπτωση 

        συναλλαγής, στην οποία υπάρχει διπλή εντολή (εντολή και από το άλλο μέρος), ή εμπλέκεται άλλο 

        προσωπικό ή οικονομικό ενδιαφέρον των ιδίων, πέραν εκείνου της συμφωνηθείσας αμοιβής.

    γ) Να προστατεύουν το επαγγελματικό απόρρητο και να μην αποκαλύπτουν σε τρίτους προσωπικά και 

        οικονομικά στοιχεία των εντολέων τους, πέραν αυτών που είναι αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης 

       με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3691/2008.



Άρθρο 202

Ποινικές κυρώσεις



Όποιος, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 198 του παρόντος νόμου και χωρίς να έχει εγγραφεί στο Γ.Ε.ΜΗ, ενεργεί μεσιτικές πράξεις ή εμφανίζει τον εαυτό του ως μεσίτη αστικών συμβάσεων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έξι (6) μήνες  μέχρι δύο (2) έτη  ή  με χρηματική ποινή από πέντε (5.000) μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, ή με αμφότερες τις ποινές.

 

 

 

Άρθρο 203

Πειθαρχικό Συμβούλιο — Πειθαρχικές ποινές



1.    Με απόφαση του Περιφερειάρχη για τα Επαγγελματικά Επιμελητήρια Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Ροδόπης και του οικείου Αντιπεριφερειάρχη, για τα λοιπά Επιμελητήρια της Χώρας, συγκροτείται Πειθαρχικό Συμβούλιο, που ασκεί την πειθαρχική εξουσία επί των μεσιτών ακινήτων. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μετέχουν:

   α) Ένας πρωτοδίκης, ως πρόεδρος, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από το διευθύνον το οικείο 

       Πρωτοδικείο όργανο.

    β) Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης ή Τμήματος Εμπορίου της Περιφέρειας της έδρας κάθε Επιμελητηρίου.

    γ) Ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε Επιμελητηρίου, προερχόμενο από τον κλάδο των μεσιτών 

        ακινήτων, με τουλάχιστον 5ετή εμπειρία, ελλείψει δε αυτού, από έναν μεσίτη με τουλάχιστον 5ετή εμπειρία, 

       ο οποίος έχει επαγγελματική έδρα στον ίδιο Νομό και προτείνεται από το Πρωτοβάθμιο Συνδικαλιστικό 

       Όργανο του ίδιου κλάδου, ως μέλος.

       Χρέη Εισηγητού εκτελεί ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μητρώου κάθε Επιμελητηρίου.

       Χρέη Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του Επιμελητηρίου, οριζόμενος από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού με

       την ίδια απόφαση.

    Όλοι οι ανωτέρω ορίζονται με τους αναπληρωτές τους.

 

2.    Οι δαπάνες του Πειθαρχικού Συμβουλίου και η αμοιβή των μελών του βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Επιμελητηρίου και καθορίζονται με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής του.

 

3.    Οι αποφάσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού, εκδίδονται  εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

 

4.    Πειθαρχικά αδικήματα είναι τα εξής:

    α) Κάθε παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

    β) Κάθε ενέργεια από δόλο ή αμέλεια που βλάπτει την επαγγελματική φήμη των μεσιτών αστικών συμβάσεων.

  γ) Η οποιαδήποτε παράβαση των όρων της εντολής που έλαβε ο μεσίτης από τον εντολέα, η παράνομη είσπραξη αμοιβής ή προκαταβολής χρημάτων, καθώς και η αδυναμία επιστροφής χρημάτων στις περιπτώσεις που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση.

5.    Την πειθαρχική δίωξη ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκεί ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου, ύστερα από καταγγελία οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή του προέδρου του οικείου Επαγγελματικού Σωματείου ή και αυτεπαγγέλτως. Αν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος, η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική.

 

6.    Πειθαρχικές ποινές είναι οι εξής:

    α) Έγγραφη επίπληξη.

    β) Πρόστιμο από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, που εισπράττεται κατά τις 

       διατάξεις περί δημοσίων εσόδων υπέρ του οικείου Επιμελητηρίου.

    γ) Προσωρινή στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος μέχρι (1) ένα έτος.

    δ) Επιβολή προστίμου και προσωρινή στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος,

    ε) Οριστική στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος σε περίπτωση που υποπίπτει στα ποινικά 

       αδικήματα της περίπτωσης β΄ του άρθρου 198 του παρόντος.

 

7.    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο, για τη λήψη της απόφασής του, δικαιούται να καλεί προς εξέταση μάρτυρες, να ζητά την κατάθεση εγγράφων, να παραγγέλλει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας και να ζητά τη συνδρομή κάθε δημοσίας αρχής. Ο εγκαλούμενος καλείται να απολογηθεί εντός ευλόγου χρόνου και δικαιούται να υποβάλλει την απολογία του προφορικώς ή εγγράφως και να παρίσταται ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου με συνήγορο ή να εκπροσωπείται από συνήγορο διορισμένο με απλή έγγραφη εξουσιοδότηση. Αν ο εγκαλούμενος είναι άγνωστης διαμονής, το Πειθαρχικό Συμβούλιο αναρτά την κλήση προς απολογία στον χώρο των ανακοινώσεων του Επιμελητηρίου επί ένα (1) μήνα και εν συνεχεία αποφαίνεται ερήμην αυτού. Στο ίδιο σημείο και για το ίδιο χρονικό διάστημα αναρτά την απόφασή του ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο.

 

8.    Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου διαβιβάζονται στο Επιμελητήριο και κοινοποιούνται τόσο στον εγκαλούμενο, μέσω του οικείου Επιμελητηρίου, όσο και στο ΓΕΜΗ και στα άλλα Επιμελητήρια της χώρας. Οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων προσβάλλονται ενώπιον των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων.



Άρθρο 204

Τελικές και μεταβατικές διατάξεις




1.    Οι εν ενεργεία μεσίτες, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στα οικεία Επιμελητήρια έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, διατηρούν την ιδιότητά τους ως Μεσίτες Αστικών Συμβάσεων και υποχρεούνται σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρουμένων των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου  198 του παρόντος νόμου.

2.    Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται:

α) το π.δ. 248/1993 (ΦΕΚ 108 Α’), με εξαίρεση την παρ. 1 του άρθρου 2 αυτού, το οποίο παραμένει σε 

    ισχύ έως την έναρξη λειτουργίας του ΓΕΜΗ,

β) κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στον παρόντα νόμο.

3.    Για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από το παρόντα νόμο, εφαρμόζονται  οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί μεσιτείας. 

                                               -------------------------------------------